Έκδοση της μπροσούρας: Μετανάστευση: Μια ευκαιρία(;) για το κεφάλαιο

Η μπροσούρα Μετανάστευση: Μια ευκαιρία(;) για το κεφάλαιο γράφτηκε ως αποτέλεσμα των συζητήσεων που είχαμε στη συλλογικότητά μας από το Φεβρουάριο του 2015 και μετά. Τα κείμενα παρουσιάστηκαν αρχικά σε μια συνοπτικότερη εκδοχή τους ως εισήγηση σε μια διεθνή συνάντηση (summercamp) αντιεξουσιαστών κομμουνιστών και αναρχικών το καλοκαίρι του 2016.

Περιεχόμενα

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ/ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΕΣ; 7

Μόνιμα εγκατεστημένοι μετανάστ(ρι)ες από το Ανατολικό Μπλόκ, τα Βαλκάνια και την Ασία  8

Διερχόμενοι/ες (τράνζιτ) μετανάστ(ρι)ες. 11

Υποκειμενικές αιτίες μετανάστευσης. 13

ΚΡΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΤΟΥΣ «ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ» ΤΕΛΙΚΑ; 17

ΑΓΩΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤ(ΡΙ)ΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ. 29

Ταξικοί αγώνες σε χώρους δουλειάς – Αγώνες για το μισθό. 30

Αγώνες γύρω από τη συνοριακή πολιτική και τις συνθήκες εγκλεισμού. 32

Εξανθρωπισμένος καπιταλισμός και κίνημα αλληλεγγύης. 33

Αγώνες μαζί με τους μετανάστες. 41

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: ΜΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ(;)ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Το παράδειγμα της Ελλάδας και η πρόσφατη «προσφυγική κρίση»

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η μετανάστευση αποτελεί κεντρικό ζήτημα στις περισσότερες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες του δυτικού κόσμου. Ο τρόπος που το κεφάλαιο προσπαθεί να ελέγξει τις μεταναστευτικές κινήσεις αντιστοιχεί κάθε φορά στον τρόπο εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης που επιδιώκει να επιβάλει. Στη δεκαετία του ΄50 και ΄60 ο κεϋνσιανισμός[1] ήταν το σύστημα ρύθμισης των μισθών και το μοντέλο συσσώρευσης και επιβολής της εργασιακής πειθαρχίας ήταν ο φορντισμός[2]. Στον ερειπωμένο μεταπολεμικό καπιταλιστικό κόσμο υπήρχαν άφθονα κεφάλαια διαθέσιμα για επενδύσεις. Το ζητούμενο ήταν η οικονομική ανάπτυξη και για να την επιτύχει το κεφάλαιο εκμεταλλεύτηκε εκατομμύρια μετανάστ(ρι)ες με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Η μετανάστευση εκείνη την περίοδο ήταν αυστηρά οργανωμένη από τα ίδια τα καπιταλιστικά κράτη για λογαριασμό των αφεντικών που χρησιμοποίησαν τη φθηνή εργασιακή δύναμη των μεταναστ(ρι)ών για να ρίξουν τους μισθούς στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης.

Τη δεκαετία του ΄70 το μοντέλο πειθαρχίας της εργασίας αλλάζει. Ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός[3] εξαντλείται, ταξικοί αγώνες ξεσπούν στους χώρους δουλειάς, οι κοινωνικοί αγώνες οξύνονται (αντιπολεμικά κινήματα, κινήματα γυναικών, μειονοτήτων κλπ) και το κεφάλαιο εισέρχεται σε κρίση αναπαραγωγής που διαρκεί μέχρι σήμερα. Έτσι, η μόνιμη και σταθερή παρουσία εργατών σε έναν εργασιακό χώρο και η ομοιόμορφη αντιμετώπισή τους που αντιστοιχούσε στην ισοπεδωτική παράταξή τους δίπλα δίπλα στη γραμμή παραγωγής και ευνοούσε τη συλλογική οργάνωσή τους -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούνταν και σε εκείνη τη φάση τακτικές του «διαίρει και βασίλευε»- έδωσε, σταδιακά αλλά πάντως οριστικά, τη θέση της σε κάθε είδους ελαστική μορφή εργασίας. Κάθε τακτική διαίρεσης και κατακερματισμού της εργατικής τάξης υιοθετήθηκε από την καπιταλιστική τάξη προκειμένου να υποταχθούν οι απαιτήσεις της και να επιτευχθεί η γενική μείωση των μισθών.

Από εκείνη την περίοδο και μετά τα σύνορα λειτουργούν ως τρόπος διαλογής των μεταναστ(ρι)ών και ελέγχου της κίνησής τους. Ο τύπος των μεταναστ(ρι)ών που είναι πλέον αναγκαίος για το κεφάλαιο είναι οι εποχικοί/ές, ανειδίκευτοι/ες ή και υψηλής ειδίκευσης, αλλά πάντως οπωσδήποτε το χαρακτηριστικό που απαιτείται από τους καπιταλιστές είναι να φτάνουν στην χώρα προορισμού παράνομοι/ες, εξαθλιωμένοι/ες, αντιμετωπίζοντας βία και ανείπωτες ταλαιπωρίες και επιπλέον πληρώνοντας οι ίδιοι/ες το συχνά υπέρογκο κόστος για τη μετακίνησή  τους. Έτσι, επιτυγχάνεται η πειθάρχηση και η υποταγή τους σε κάθε είδους εργασιακές συνθήκες και ταυτόχρονα ανοίγεται ο δρόμος για την επιβολή των νέων ελαστικών σχέσεων εργασίας στο σύνολο της εργατικής τάξης.

Ωστόσο, από την πλευρά των μεταναστ(ρι)ών, η μετανάστευση αποτελεί την ευκαιρία τους να ξεφύγουν από τη φτώχεια, τον πόλεμο ή την καταπίεση και να διεκδικήσουν ένα μέρος από τον παγκόσμιο πλούτο που συσσωρεύεται κάπου στον δυτικό κόσμο, και στην περίπτωσή μας, στην Ευρώπη. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ των επιθυμιών των μεταναστ(ρι)ών και των συμφερόντων των καπιταλιστών οξύνει τον ταξικό ανταγωνισμό και δημιουργεί την πιθανότητα ανάδυσης ταξικών αγώνων.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄80 και του ΄90, μιας εποχής καπιταλιστικής άνθισης, οι μετανάστ(ρι)ες είναι επιθυμητοί/ές για το κεφάλαιο, καθώς με τα φθηνά τους μεροκάματα συντελούν στην κερδοφορία του, και συμβάλλουν στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Με ορόσημο τη δεκαετία του 1990, που ξεκινά η μαζική είσοδός τους, βρίσκεται μόνιμα εγκαταστημένη στη χώρα μας μια πολυπληθής μεταναστευτική εργατική τάξη, η οποία αποτελεί δομικό στοιχείο της δημογραφικής σύνθεσής της. Τα τελευταία οχτώ χρόνια (από το 2009), η κατάσταση άλλαξε εντελώς. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης δεν υπάρχει θέση για τους/τις μετανάστ(ρι)ες στην κατεστραμμένη οικονομία της Ελλάδας. Σε πρώτη φάση η κρατική προπαγάνδα της δεξιάς καλλιεργεί αντιμεταναστευτικό κλίμα και το κράτος οργανώνει την καταστολή των μεταναστ(ρι)ών με απελάσεις, κέντρα κράτησης, συλλήψεις και βασανισμούς με στόχο την απώθησή τους από το ελληνικό έδαφος. Η Ελλάδα σε αυτό το διάστημα μετατρέπεται από χώρα προορισμού σε χώρα διέλευσης (τράνζιτ) μεταναστ(ρι)ών. Σε δεύτερη φάση από την άνοιξη του 2015 μέχρι το Μάρτιο του 2016 που υπογράφτηκε η συμφωνία μεταξύ ΕΕ -Τουρκίας, περίπου 1.000.000 πρόσφυγες και μετανάστ(ρι)ες μετακινήθηκαν προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας (860.000 στη διάρκεια του 2015 και περίπου 120.000 μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας).

Η  κρατική διαχείριση έχει περάσει από τον Γενάρη του 2015 στα χέρια της αριστεράς του κεφαλαίου η οποία με μια πρωτοφανή αντιρατσιστική εκστρατεία αλληλεγγύης, τουλάχιστον μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, πέτυχε να παρουσιάσει τις μετακινήσεις αυτές ως «προσφυγική κρίση». Σ’ αυτό το κοινωνικό τοπίο συγκροτείται ένα δίπολο συμφερόντων:

Από τη μία πλευρά, υπάρχει η προοπτική των μεταναστ(ρι)ών. Ένα μεγάλο μέρος Σύριων προσφύγων, οι οποίοι επικαλέστηκαν λόγους πολιτικής δίωξης ή το καθεστώς του πρόσφυγα, αναγνωρίστηκαν ως τέτοιοι και κατέφυγαν στην Τουρκία, εκμεταλλεύτηκαν το εθνικό και το ευρωενωσιακό δίκαιο και στη συνέχεια αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τα συμφέροντα του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Το κράτος ΣΥΡΙΖΑ με τη φιλανθρωπική διαχείριση της «προσφυγικής» κρίσης κατάφερε όσα δεν μπόρεσαν να πετύχουν οι κυβερνήσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Η ντόπια εργατική τάξη όχι μόνο συμβιβάζεται πλέον με τις συνθήκες γενικευμένου hot spot που επιβάλλονται στο σύνολο της με τις συνεχιζόμενες πολιτικές των μνημονίων, αλλά νιώθει μάλιστα και «ευγνωμοσύνη» που δεν βρίσκεται στη θέση των προσφύγων. Πέτυχε να εδραιώσει σε όλους την πεποίθηση πως οι «ξένοι/ες» υποψήφιοι/ες προλετάριοι/ες δεν μπορούν να ελπίζουν σε τίποτα καλύτερο από την καλή διάθεση του κράτους να τους προωθήσει στην γηράσκουσα ευρωπαϊκή αγορά εργασίας[4] ώστε να τη βοηθήσουν να αναδιαρθρωθεί με χαμηλότερα μεροκάματα.

Τα κοινωνικά κινήματα που αποτελούν/ούσαν τη βάση του ΣΥΡΙΖΑ, οι οργανώσεις της άκρας αριστεράς αλλά και η πλειοψηφία του αντιεξουσιαστικού χώρου, εναρμονιζόμενοι με την επιθυμία των μεταναστ(ρι)ών, πρόβαλλαν ως διεκδίκηση την ελεύθερη μετακίνησή τους. Αυτό εξυπηρετούσε την ίδια στιγμή και τις επιδιώξεις του κράτους (ελληνικού και βορειοευρωπαϊκού) και με αυτήν ακριβώς την έννοια είναι που η κρατική διαχείριση χαρακτηρίζεται αντιρατσιστική. Το κίνημα αλληλεγγύης επεδίωκε μεν να προσδώσει ταξικά χαρακτηριστικά στην αλληλέγγυα δράση και έτσι να την οριοθετήσει σε σχέση με τη φιλανθρωπική δραστηριότητα, επιμένοντας εντούτοις να παραμερίζει το γεγονός πως τα ίδια τα υποκείμενα, οι μετανάστ(ρι)ες δεν έβλεπαν τους εαυτούς τους ως εργάτ(ρι)ες αλλά σαν μεμονωμένους/ες ταξιδιώτες/ισσες προς τον «εργασιακό παράδεισο» του βορρά, όπου προορίζονταν να αυξήσουν με τον κακοπληρωμένο ιδρώτα τους τα κέρδη των αφεντικών. Σε αυτήν την βάση δεν μπορούν να αναπτυχθούν κοινοί ταξικοί αγώνες ντόπιων και μεταναστ(ρι)ών και μοιραία όλες οι κινήσεις αλληλεγγύης, αποσκοπώντας στο να υπηρετήσουν τις ανάγκες και τις αποφάσεις των μεταναστ(ρι)ών/προσφύγων, δεν μπορούν παρά να έχουν ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Δεν στεκόμαστε ενάντια στις κινήσεις ανθρωπιστικής αλληλεγγύης αλλά θεωρούμε σημαντικό να αναδείξουμε τα όριά τους και το ρόλο τους στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που αναπτύσσονται. Αναγνωρίζουμε την επικράτηση τέτοιων πρακτικών στο αυτοοργανωμένο ανταγωνιστικό κίνημα ως πισωγύρισμα σε σχέση με τις εξεγερσιακές κινήσεις που υιοθετούνταν στο πρόσφατο παρελθόν και θεωρούμε ότι αποτελεί άμεση απόρροια της ήττας των ταξικών αγώνων της περιόδου 2008-2012. Μόνο αν οι δεσμοί που χτίζονται με τους μετανάστες αποκτήσουν ταξικό χαρακτήρα -και κατ’ επέκταση και οι αγώνες μας- μπορούμε να δημιουργήσουμε σημαντικές ρωγμές στην καπιταλιστική πραγματικότητα, ώστε να βελτιώσουμε συνολικά τις συνθήκες ζωής μας, έως ότου τελικά αυτή πραγματικότητα καταστραφεί.

Καταλήγοντας, θεωρούμε πως είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την ανάπτυξη του ταξικού ανταγωνιστικού κινήματος και για εμάς ως προλεταριακή συλλογικότητα, αφού εξερευνήσουμε τόσο τη σύνθεση της εδώ εγκαταστημένης μόνιμα μεταναστευτικής εργατικής τάξης όσο και το προφίλ των πρωταγωνιστών της λεγόμενης «προσφυγικής κρίσης», να παρουσιάσουμε την κρατική διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος και να αναφερθούμε στους ταξικούς αγώνες που απαντούν σε αυτήν.

 30/1/2017

Προλεταριακή συλλογικότητα, Υπόγεια Σήραγγα

[1] Αναδιανομή μέρους των κερδών του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, με τη μορφή μεγαλύτερων μισθών και κοινωνικών παροχών με στόχο την μεγαλύτερη κατανάλωση και την αποφυγή κοινωνικής δυσαρέσκειας και αναταραχών.

[2] Μαζική παραγωγή και σταθερότητα στα κέρδη της επιχείρησης. Συνεχής λειτουργία των εργοστασίων με λεπτομερή καταμερισμό της εργασίας και με πλήρη απασχόληση μόνιμου και σταθερού, στρατιωτικοποιημένου ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού.

[3]Ο Καρλ Μαρξ στο Κεφάλαιο τ. 1, κεφ. 23, αποκαλεί τον υπερπληθυσμό των ανέργων «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό» ο οποίος είναι άμεσα διαθέσιμος για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πορεία εξέλιξης του κεφαλαίου αυξάνονται και εκσυγχρονίζονται συνεχώς τα μηχανήματα και τα μέσα παραγωγής, εντατικοποιώντας έτσι την εργασία, απορροφώντας δηλαδή («ξεζουμίζοντας» κατά την ρήση του Μαρξ) όλο και περισσότερη μάζα εργασίας, από όλο και λιγότερους εργάτες. Με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, επομένως, η ζήτηση των εργατικών χεριών περιορίζεται σχετικά, αν και η αριθμητική δύναμη του προλεταριάτου γενικά αυξάνεται με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. «Επομένως, ο εργατικός πληθυσμός, παράγοντας ο ίδιος τη συσσώρευση του κεφαλαίου, παράγει ταυτόχρονα σε αυξανόμενη έκταση τα μέσα που τον κάνουν σχετικά υπεράριθμο» ( Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 654.).Ο  βιομηχανικός εφεδρικός στρατός σαν αναγκαίο προϊόν της καπιταλιστικής συσσώρευσης γίνεται ισχυρός μοχλός της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο εργατικός υπερπληθυσμός: «Αποτελεί ένα διαθέσιμο βιομηχανικό εφεδρικό στρατό που ανήκει στο κεφάλαιο τόσο απόλυτα, σαν να τον είχε φτιάξει με δικά του έξοδα».(Κ. Μαρξ: ο.π.)

[4] Σύμφωνα με έρευνες του ΟΟΣΑ το κατά κεφαλήν προϊόν θα μειωθεί κατά 18% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προκειμένου να διατηρηθεί αμετάβλητος ο δείκτης γήρανσης απαιτείται η μετανάστευση να είναι 13 εκατομμύρια το χρόνο, με βάση την έκθεση των Ηνωμένων Εθνών το 2000 (Ναξάκης & Χλέτσος, 2003, σ.38). Η προσέλευση, λοιπόν, μοιάζει απαραίτητη και αναγκαία και δεν αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη.

Σημεία διάθεσης

Αθήνα

Στέκια και καταλήψεις:

Ανάληψη (Πάρκο Ανάληψης, Βύρωνας)

Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής

Στέκι Πέρασμα (Ζ. Πηγής 97 & Ισαύρων)

Βανκούβερ Απαρτμάν (Μαυρομματαίων & Δεριγνύ 1)

Ελευθεριακό Στέκι “Πικροδάφνη”, Αγ. Βασιλείου και Π.Π.Γερμανού 22, Μπραχάμι

Μπερντές (Aράδου 55, πλατεία Κύπρου, Άνω Ιλίσια)

Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Φιλοσοφικής

Στέκι ΑΣΟΕΕ

Στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων (Νάξου 75 & Κρασσά)

Στέκι στο Παιδαγωγικό

Στέκι Πολυτεχνείου (Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου)

Χώρος Αλληλεγγύης και Δράσης «Υπόστεγο», 25ης Μαρτίου 38, Αργυρούπολη

ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ Αιγάλεω

ΒΟΞ, πλ. Εξαρχείων και Καφενείο πλησίον Βοξ

Βιβλιοπωλεία:

Αλφειός (Χαρ. Τρικούπη 22)

Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30)

Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53)

Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37)

Λοκομοτίβα (Μπόταση 7 & Σολωμού)

Ναυτίλος (Χαρ. Τρικούπη 28)

Περίπτερα:

Βαλτετσίου 50-52

Μάγος του Όουζ (Ναυαρίνου 17, έναντι Πάρκου Ναυαρίνου)

πλ. Εξαρχείων (στη γωνία Στουρνάρη & Σπ. Τρικούπη)

πλ. Κάνιγγος (στην αρχή της Ακαδημίας)

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *